πενίαν

πενίαν
πενίᾱν , πενία
poverty
fem acc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • нищета — НИЩЕТ|А (134), Ы с. 1.Бедность, нужда, нищета: Простѣишааго въ всемь ишти и въ брашьнѣ и въ одежди. и не стыди сѧ ништетою. понеже большѧ˫а чѧсть мира сего въ ништетѣ ѥсть. Изб 1076, 30 об.; то же ЗЦ к. XIV, 69б; послѣди же без брани и мѹкъ.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • CHAERONIA et CHAERONEA seu CHERRONEA — CHAERONIA, et CHAERONEA, seu CHERRONEA Boeotiae urbs, ad Cephissum fluv. Plutarchi patria. Prius Anne dicebatur, testibus Pausaniâ, l. 9. paulo ante finem, et qui amat non raro buculâ (quod aiunt) Pausaniae arare, Stephanô Byzantiô, l. 22. περὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CYPHON — I. CYPHON catastae genus, qua rei vinciebantur aut torquebantur. Ita Aristoteles, Politic. l. 5. c. 6. Heracleae Eurytionem et Thebis Archiam, in adulterii poenam, δεθῆναι εν ἀγορᾷ εν τῷ κύφωνι, in foro cyphoni fuisse alligatos, scribit. Suidas… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PAUPERTAS — Dea, quam Aristophan, in Pluto, Πενίαν vocat ac describit. A Gadaraeis summa in veneratione habita est, quod crederetur artes invenisse, industriam, et hominum ingenia acere, Arrianus. Hanc ore pallidô, Furiae similem, nisi quod facem non… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ισοσθενής — ές (ΑΜ ἰσοσθενής, ές) αυτός που έχει ίσο σθένος, ίση δύναμη, ο ισοδύναμος («πενίαν ἰσοσθενῆ πλούτῳ ποιεῑν», Δημόκρ.). επίρρ... ἰσοσθενῶς (Α) με ισοσθενή, ισοδύναμο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + σθενής (< σθένος), πρβλ. μεγαλο σθενής, ολιγο… …   Dictionary of Greek

  • οικοφθορία — οἰκοφθορία, ἡ (Α) [οικοφθόρος] 1. η καταστροφή τού σπιτιού ή τής περιουσίας («οἰκοφθορίαν καὶ πενίαν φοβούμενοι», Πλάτ.) 2. μοιχεία …   Dictionary of Greek

  • περιίστημι — ΝΜΑ (μέσ. μόνον στην οριστ. αορ.) περιέστην περιπίπτω περιέρχομαι σε χειρότερη κατάσταση, καταντώ (α. «περιέστη σε αδιέξοδο» β. «τὰ πράγματα εἰς ὅπερ νυνὶ περιέστη» σ αυτό το σημείο που έχουν φτάσει τώρα τα πράγματα, Δημοσθ.) μσν. αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • προπηλακίζω — ΝΑ 1. ρίχνω σε κάποιον λάσπη, τόν αλείφω με πηλό, καλύπτω κάποιον με βόρβορο ή τόν ρίχνω στη λάσπη, λασπώνω 2. μτφ. περιλούω κάποιον με ύβρεις και κατηγορίες, διασύρω, εξυβρίζω, εξευτελίζω κάποιον αρχ. επιρρίπτω κατηγορία σε κάποιον («εἴ τις… …   Dictionary of Greek

  • συνέρχομαι — ΝΜΑ συγκεντρώνομαι, έρχομαι μαζί με άλλους στον ίδιο χώρο για συνεργασία, σύσκεψη, τέλεση εορτής (α. «συνέρχεται η βουλή, η επιτροπή, το συμβούλιο κρίσεων κ.λπ.» β. «ἐὰν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία», ΚΔ γ. «συνέρχεσθαι τοὺς συνέδρους», επιγρ. δ. «ἄν ἐς… …   Dictionary of Greek

  • υποφέρω — ὑποφέρω ΝΜΑ [φέρω] υπομένω, αντέχω, ανέχομαι κάτι ή κάποιον (α. «δεν μπορεί να τόν υποφέρει» β. «ὑποφέρειν τὰς ἀδικίας», πάπ. γ. «γῆρας καὶ πενίαν ὑπενεγκεῑν», Αισχίν. δ. «κινδύνους καὶ φόβους ὑποφέρειν», Πλάτ.) νεοελλ. 1. υποβάλλομαι σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”